Τέσσερα λεπτά

skeptikos anthrwpos

Του Αλέξανδρου  Β.Τσιώλη

Ήταν μία παρά τέσσερα λεπτά, ξημερώματα Σαββάτου.

Είχε πει ότι θα έβγαινε για μπύρες με τους κολλητούς. Γυρνώντας αργά από τη δουλειά, τον πήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβει και ξύπνησε από τον οξύ ήχο της ανακοίνωσης, μία παρά τέσσερα.

Αρχικά σοκ, μετά συλλογισμοί, μετά πανικός και τέλος ψυχραιμία με μία πρέζα εκλογίκευσης. Ένα τρενάκι του τρόμου, στο κατά τα άλλα λογικό του μυαλό. Είχε πολλά να χάσει κι όμως στο μυαλό του γινόταν μία διελκυστίνδα, να μείνει αντικειμενικός, να ακούσει και την άλλη μεριά.

Κι όμως όσο έδινε αγώνα μέσα του, τον κατάφερνε η αδυναμία του πόσα έχει να χάσει.

Εκνευριζόταν, άλλοτε με φίλους που διαφωνούσαν κι άλλοτε με τον εαυτό του που δε μπορούσε να συγκρατηθεί και τους τα «έχωνε».

Και ενώ είχε πείσει τον εαυτό του για το τι ήταν καλύτερο, για το τι θα επιλέξει, έφτασε η στιγμή που ακούγοντας και καταρρίπτοντας τις επιχειρηματολογίες των «απέναντι», άρχισε το μυαλό του εκ των υστέρων να τις αναλύει περεταίρω και να τις κατατέμνει, ακόμα και ώρες μετά την κουβέντα, υποσυνείδητα.

Και ήταν μία Τετάρτη, όταν ένιωσε ότι κάτι έκανε «κλικ» μέσα του και βρήκε το θάρρος να σκεφτεί και το αντίθετο από όλα αυτά που θεωρούσε δεδομένα. Που δήλωσε χωρίς φόβο εαυτού πλέον, ότι καταλαβαίνει αυτούς, που μέχρι πρότινος θεωρούσε αντιπάλους.

Ένιωσε έκπληξη με τον εαυτό του, αλλά όσο περισσότερο άρχιζε να νιώθει άνετα με την επίγνωση και την αντίληψη και των δύο όψεων του νομίσματος, τόσο άρχισε ο πρότερος φόβος της διατάραξης, να αντικαθίσταται από τον φόβο της γνώσης, ότι οι περισσότεροι δε μπορούν να αφήσουν πίσω τους τη σκέψη τους και τις ανησυχίες τους. Ότι δε θα αφεθούν ελεύθεροι να διαλέξουν, είτε από την επιβολή άλλων, είτε από την επιβολή των συλλογισμών τους.

Κι όταν όλα αυτά, μαζί ζυμώθηκαν μέσα στο καζάνι του μυαλού του, τότε κατάφερε να τα ζυγίσει όλα και να αλλάξει η ματιά του. Είχε «ανοίξει» το πλάνο και πλέον έβλεπε μεγαλύτερο μέρος της εικόνας. Ανοίξανε κι οι επιλογές του, κι όμως αυτές που ήταν καλύτερες, δεν ήθελε να τις κάνει. Από αγάπη κι από πείσμα.

Ίσως να έφταιγε ο τρόπος που μεγάλωσε. Αποκαλούσε τον εαυτό του  παλιομοδίτη. Δεν ήθελε να παρατήσει κάτι πριν το τελειώσει. Ακόμα κι όταν γέμιζε απογοήτευση, το πείσμα δεν τον άφηνε. Ήταν τελειομανής βλέπεις και τον «έτρωγε» μέσα του, το να εγκαταλείπει μόλις ζόριζε η κατάσταση.

Κι όμως τώρα, η σκέψη του τραμπάλιζε και ένιωθε όσο αβέβαιος, όσο όταν δήλωνε κάτι με βεβαιότητα, σιγουριά και «βάρος», ελπίζοντας ότι αν πείσει τους άλλους, θα πείσει και τον εαυτό του.

Κι όλα αυτά, να στροβιλίζονται στο μυαλό του, μέσα σε τέσσερα λεπτά, εκείνη την Τετάρτη. Ακούγοντας ένα φίλο κι αδερφό, να του λέει πως δε νοιάζεται, να του λέει πως αρκετά κουράστηκε, αρκετά αναζήτησε και δε του μένει άλλη δύναμη να ανεχτεί.

Τέσσερα λεπτά που άνοιξε τα αυτιά του με επιφύλαξη και κατέληξε, να ανοίγει το μυαλό του, την οπτική του.

Και άρχισε να κατανοεί τι εννοούν όσοι μιλούν για ενσυναίσθηση.

Advertisements

Προσθήκη σχολιασμού

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s