Τέσσερα λεπτά

Η φωτογραφία ανήκει στα αρχεία του  LIFE και δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του  1937.
Η φωτογραφία ανήκει στα αρχεία του περιοδικού LIFE και δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1937.

Της  Δανάης Γαβρή

Έβηξε και βρυχηθηκε σαν άγριο ζώο, «μα που είναι τέλος πάντων οι παντόφλες μου; Και που κρυφτήκατε όλοι; Τάσο; Μαρία; Μα κανείς πια;»

Ο Τάσος έγνευσε συνομωτικά στη Μαρία και της έκανε σήμα να μείνει σιωπηλή.

Χωμένοι και οι δύο πίσω από την πλάτη του μεγάλου τετραθέσιου καναπέ, παρακολουθούσαν τον πατέρα τους να ξεκουμπώνει το πουκάμισο του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απελευθερώσει τα πόδια του από ένα ζευγάρι μοκασίνια. Μόλις τον είδαν να κατευθύνεται προς την κρεβατοκάμαρα, ξεμύτισαν και βγήκαν ήσυχα – ήσυχα στη βεράντα.

«Μα καλά, σήμερα έτυχε να ‘ρθει νωρίτερα;» ψιθύρισε με απογοήτευση η Μαρία.

«Μάλλον εμείς καθυστερήσαμε, τώρα πάει το σχέδιό μας», σχολίασε ο Τάσος, ξεθάβοντας από την πίσω τσέπη του παντελονιού του ένα μικρό μπουκαλάκι με χάπια.

«Μα ήρθε νωρίτερα!», αποκρίθηκε πεισμωμένη η Μαρία, η οποία πάντα πίστευε ότι ποτέ δεν έφταιγε σε τίποτε. «Ήρθε τέσσερα λεπτά νωρίτερα σήμερα, τρεις μέρες τώρα έρχεται δέκα λεπτά αργότερα, σήμερα βρέθηκε να μην αργήσει; Τώρα τί κάνουμε; Το πάρτι αρχίζει σε μία ώρα και δεν θα μας αφήσουν να πάμε!»

Ο Τάσος έσκυψε το κεφάλι και βάλθηκε να μετράει τα πλακάκια. Ήταν δικό του λάθος που βρέθηκαν τιμωρία λίγες μέρες πριν το πάρτι της χρονιάς.

Τον είχαν πιάσει οι γονείς του να προσπαθεί με ένα τσιμπιδάκι φρυδιών να βγάλει χρήματα από την τρύπα του σιδερένιου κουμπαρά, όπου φύλασσαν τα χρήματα που τους είχαν κάνει δώρο οι παππούδες τους. Η Μαρία κρατούσε τσίλιες, αλλά παρά την ειδοποίησή της ότι οι μεγάλοι είχαν επιστρέψει, εκείνος δεν τα παράτησε και τον τσάκωσαν επί το έργον.

«Μα χωρίς χρήματα δεν θα μπορούσα να αγοράσω δώρο γενεθλίων στην Αννούλα» σκέφτηκε. Το δικό της πάρτι ήταν σήμερα, και η Αννούλα ήταν το πιο δημοφιλές κορίτσι στο σχολείο, της άξιζε ένα τέλειο δώρο, ίσως έτσι να τον πρόσεχε!

Τώρα ούτε δώρο, ούτε πάρτι, συλλογίστηκε βλέποντας τη φιγούρα της Αννούλας, με τις καστανές πλεξούδες, να ξεθωριάζει μπροστά στα μάτια του.

«Καλά, θα δούμε τί θα κάνουμε», είπε σκουντώντας τον η Μαρία μόλις διέκρινε την απογοήτευση του και έπειτα πρόσθεσε αποφασιστικά «Ακολούθησε με, και απλά να συμφωνείς σε ό,τι λέω και κάνω! Ντάξει;»

Ο Τάσος βλέποντας τα μάτια της Μαρίας να πετάνε σπίθες, αναθάρρησε και κατάλαβε ότι θα ακολουθούσε μάχη με την τακτική των κοριτσιών, ύπουλη και έμμεση μάχη με ωραία λόγια και πισώπλατα μαχαιρώματα. Και η αδελφούλα του ήταν μανούλα σε αυτά!

«Μπαμπά εσύ είσαι;» άρχισε να φωνάζει η Μαρία, «εδώ, στο μπαλκόνι ήμασταν, δε σε ακούσαμε!». «Άντε, κορίτσι μου, λέω και γω, μη σας πήρε η μάνα σας μαζί της στο μαγαζί. Έχει φαγητό για μένα;»

«Έχει κοτόσουπα από χθες, θα σου βάλω εγώ ένα πιάτο».

«Ευχαριστώ καμάρι μου!» της απάντησε εκείνος, αγνοώντας ότι η γυναίκα του είχε μαγειρέψει ωραιότατα γεμιστά. Μα στα γεμιστά η Μαρία δεν θα μπορούσε να διαλύσει τα υπνωτικά χάπια που είχαν σουφρώσει από τη θεία τους. Ενώ στην κοτόσουπα μπορούσε!

Μισή ώρα αργότερα ο πατέρας τους ροχάλιζε στον καναπέ, και εκείνα πήγαν στο πάρτι ανενόχλητα αφήνοντας πίσω ένα σημείωμα που έγραφε «Πήγαμε στη θεία να μας βοηθήσει με τα μαθήματα, επειδή εσύ κοιμόσουν και η μαμά έλειπε».

Advertisements

Προσθήκη σχολιασμού

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s