Tέσσερα λεπτά

4minsex

Του Χρήστου Μπιμπίτσου

Όταν είσαι προσκαλεσμένος στο γάμο του κολλητού σου, όπως μου έλεγε και ο παππούς Αλέκος, επιβάλλεται να εμφανιστείς με κουστούμι. Ακόμη κι αν είσαι φοιτητής…

Σάββατο απογευματάκι λοιπόν, λίγο πριν κλείσουν τα καταστήματα, είμαι έτοιμος για τη μεγάλη αγορά. Ανεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες του πολυκαταστήματος και, με τον αέρα του τεταρτοετή φοιτητή, εισέρχομαι στο τμήμα των ανδρικών. Χαζεύω τα γυμνά μανεκέν, ακουμπώ τα μαλακά πουλόβερ κι αφήνομαι στην περιποίηση της πωλήτριας. Μία τριανταπεντάχρονη καλλίγραμμη καστανή, που τα φέρνει μάλλον δύσκολα αλλά δεν της λείπει το χαμόγελο.

Κάπως αθλητικός και ψηλός, ψιλόλιγνος για την ακρίβεια, διαλέγω ένα μαύρο κουστούμι σε στενή γραμμή. Δεν υπάρχει τίποτα που να με αγχώνει στην εμφάνισή μου. Διαλέγω μαύρο για την επισημότητα της στιγμής.

Η πωλήτρια, Μαίρη Τ. γράφει στο καρτελάκι της, συμφωνεί ότι η επιλογή μου είναι «άριστη».

«Θα είστε σίγουρα ο πιο καλοντυμένος στην εκκλησία και στη δεξίωση», μου επισημαίνει ανεβάζοντάς μου τη διάθεση. «Θα σας διαλέξω και μία ανάλογη γραβάτα. Έχω μία πορτοκαλί στο νου μου που σίγουρα θα σας κάνει να ξεχωρίζετε», συνεχίζει προκειμένου να ολοκληρώσει την πώληση. Αυτή η χρήση του πληθυντικού με κάνει να νιώθω άρχοντας. Μου ρίχνει μία διερευνητική ματιά, σα να με επιθεωρεί και καταλήγει: «Περάστε στο παραβάν για να προβάρετε το κουστούμι. Αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, θα το αναλάβει η μοδίστρα του καταστήματος. Επιστρέφω σε τέσσερα λεπτά από το υπόγειο όπου έχουμε τις γραβάτες…».

Μένω για λίγο μόνος στον όροφο. Φαίνεται ότι είμαι ο τελευταίος πελάτης. Νοέμβριος μήνας, έχει σουρουπώσει για τα καλά. Από το παράθυρο διακρίνω να πέφτει ψιλή βροχή. Μπαίνω θαρραλέα στο παραβάν και βγάζω τα ρούχα μου για να προβάρω το κουστούμι. Βγάζω πουλοβεράκι, πουκάμισο και τζιν παντελόνι. Μένω με τα εσώρουχα και τις αθλητικές κάλτσες. Χωρίς να θεωρούμαι sex symbol από τις συμφοιτήτριές μου, έχω μία σχετική πέραση που μου δίνει αυτοπεποίθηση. Ένα σύρσιμο κι ένας υπόκωφος θόρυβος τραβούν την προσοχή μου. Τα φώτα σβήνουν και μένω στο σκοτάδι. Σκέφτομαι πως θα έγινε διακοπή ρεύματος λόγω της βροχής. Συνηθισμένο φαινόμενο. Δεν βιάζομαι, ούτε διακινδυνεύω περιττές σκέψεις φόβου. Η κοπέλα αναμένεται να επιστρέψει σε τέσσερα λεπτά…

Μόνος μέσα στα εσώρουχά μου, να με φωτίζει το κόκκινο φως από το φωτιστικό ασφαλείας, μοιάζω με τροπικό ψάρι στο σκοτεινό ενυδρείο του. Καθώς αρχίζω να συνηθίζω το περιβάλλον , νιώθω ένα χέρι να με χαϊδεύει απαλά. Διαπερνά σχεδόν όλο το σώμα μου, κάνοντας προσεκτικές στάσεις στα ευαίσθητα σημεία. Ακόμη, νιώθω μαλακά χείλη να ακουμπούν το λαιμό μου. Νιώθω πάνω μου τα μακριά μαλλιά μιας άγνωστης. Μια διαπεραστική γυναικεία μυρωδιά με τυλίγει, ταυτόχρονα με τον τρόμο της στιγμής. Χωρίς να έχω κανένα περιθώριο για αντίσταση, νιώθω τα εσώρουχά μου να απομακρύνονται βιαστικά. Η φωνή μου κόβεται, η καρδιά μου επιταχύνει, οι τρίχες μου ανασηκώνονται. Φονική επίθεση, βιασμός, προάγγελος απαγωγής;

Παρά το φόβο, το σώμα μου ανταποκρίνεται. Είναι αδύνατο να τιθασεύσω τη στύση μου που εκτινάσσεται αμέσως μόλις κατεβαίνει επιδέξια το μποξεράκι μου. Αφήνομαι στο απαλό άγγιγμα που γίνεται ολοένα και πιο σφικτό. Παραδίνομαι στην περίπτυξη, την συνενοχή. Ένα ηλεκτρικό ρεύμα με διαπερνά και διεισδύω βίαια, σα να θέλω να πάρω τον έλεγχο. Ρουφώ την ηδονή ξεπερνώντας τελείως τον φόβο. Το ένστικτο της διαιώνισης παραμένει ισχυρότερο από αυτό της επιβίωσης. Τα στιγμιαία μουγκρίσματα προδίδουν την αμοιβαία ικανοποίηση. Οι δύο ανάσες γίνονται μία. Η κορύφωση μάς βρίσκει μαζί. Για λίγο τα δύο σώματα παραμένουν αγκαλιασμένα, κουρνιασμένα στο στενό χώρο του παραβάν. Ο χρόνος σταματά.

Νιώθω μία σκιά να απομακρύνεται γρήγορα και τα φώτα ανάβουν. Η ηδονή έχει εξαφανιστεί και ο φόβος επιστρέφει. Τα πόδια μου τρέμουν, ταυτόχρονα από φόβο κι εξάντληση. Τα τέσσερα λεπτά έχουν περάσει και από το μικρό άνοιγμα του παραβάν διακρίνω ήδη την πωλήτρια με καμιά εικοσαριά γραβάτες στο χέρι.

Ντύνομαι βιαστικά, σκουπίζω με το μανίκι μου δυο στάλες ιδρώτα και προσπαθώ να πάρω το πιο αμέριμνο ύφος μου. Η Μαίρη Τ. με αναμένει μ’ ένα χαμόγελο που είναι αδύνατο να ερμηνεύσω: συνενοχής ή συναίνεσης; Δεν αναφέρει τίποτα για τη διακοπή ρεύματος και αυτό με κάνει να ντρέπομαι. Ψελλίζω πως «το κουστούμι είναι ακριβώς στα μέτρα μου» και, αρπάζοντας την πορτοκαλί γραβάτα που διακρίνεται πρώτη-πρώτη, κατευθύνομαι γρήγορα προς το ταμείο από τις σκάλες.

Η βροχή έχει κοπάσει. Το κοκτέιλ συναισθημάτων μέσα μου δείχνει να καταλαγιάζει. Κατευθύνομαι προς το διπλανό περίπτερο για να πάρω τσιγάρα. Έχω ανάγκη για μια βαθειά ρουφηξιά νικοτίνης και μετά μια γουλιά αλκοόλ. Πίσω από το μικρό παράθυρο του περιπτέρου, μία γοητευτική κυρία, γύρω στα σαράντα, με μακριά μαύρα μαλλιά, προσπαθεί να εντοπίσει τα τσιγάρα μου. Κάπως σαστισμένος, νιώθω να μου ρίχνει σαγηνευτικές ματιές που δυσκολεύομαι ν’ αποφύγω. Πλησιάζω για να πάρω το πακέτο με τα τσιγάρα και νιώθω το βλέμμα της να με διαπερνά. Καθώς τα δάκτυλά μας  αγγίζουν το ένα το άλλο, εκτινάσσομαι από τον στατικό ηλεκτρισμό. Μία γνώριμη μυρωδιά με κατακλύζει. Νιώθω την έξαψη να επιστρέφει και μία ύπουλη κινητοποίηση, χαμηλά ανάμεσα στα σκέλια μου. Ακούω τη φωνή της, μ’ ένα χαμόγελο που ο παππούς Αλέκος θα έλεγε πως είναι γεμάτο υπονοούμενα: «Είμαι σίγουρη πως η πορτοκαλί γραβάτα θα σας ταιριάζει απόλυτα…».

Το ρολόι μου δείχνει οκτώ και εικοσιέξι.  Έχω ακριβώς τέσσερα λεπτά για να δώσω τη λύση ή να ξαναζήσω το μυστήριο, πριν από το ραντεβού με τη Ρωξάνη στις οκτώ και μισή…

Advertisements

Προσθήκη σχολιασμού

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s