Τέσσερα λεπτά

1fgisue

 

Της Κατερίνας  Λαζίδου

Πόσο κουρασμένη ένιωθε! Από τα χαράματα  είχαν πάει στο χωριό, για να φέρουν τον παππού, που δεν μπορούσε πλέον να φροντίζει μόνος του τον εαυτό του. Κουβάλησαν και την προίκα του και όλο το απόγευμα προσπαθούσαν τρεις  γενιές,  να ταχτοποιήσουν τα καινούρια –τρόπος  του λέγειν καινούρια- πράγματα στο σπίτι.

Λαχταρούσε να βραδιάσει, να ησυχάσει το σπίτι, να κοιμηθεί. Αφού τελείωσαν το βραδινό φαγητό και μπήκε η κουνιστή καρέκλα δίπλα στο τζάκι και το ρολόι από το Μέλανα Δρυμό, στον πιο μακρύ τοίχο του σαλονιού, έφυγαν για τα κρεβάτια τους, πρώτα τα εγγόνια με τον παππού, μετά τα παιδιά και τελευταίοι  οι γονείς, αφού έσβησαν όλα τα φώτα.

-Επιτέλους! μονολόγησε πάνω από το κρεβάτι της και σύρθηκε με λαχτάρα κάτω από τα σκεπάσματα. Κουλουριάστηκε σαν έμβρυο στη  ζεστασιά τους κι έκλεισε τα μάτια, περιμένοντας να έρθει ο  ύπνος. Οι εικόνες άρχισαν να βγάζουν φτερά,  να πετούν μακριά από την οθόνη του μυαλού της, αφήνοντας πίσω τους πούπουλα να αιωρούνται.  Το σώμα χαλάρωσε από κάθε σφίξιμο και εκεί που μες την ομίχλη άρχισε να ρέει  στην αγκαλιά του Μορφέα, τινάχτηκε.

Κου-κου … κου-κου …

-Δεν είναι δυνατόν! σκέφτηκε μέσα στο σκοτάδι της. Έβαλε το μαξιλάρι πάνω από το κεφάλι  και άρχισε να μουρμουρίζει, για να σκεπάσει τον  ήχο του και να νανουριστεί με το δικό της.

-Άτιμο πουλί… θα σε σουβλίσω… αναθεματισμένο… αύριο… κι εκεί που σταμάτησε αυτό να φωνάζει, κοιμήθηκε εκείνη, αφού πρώτα είχε αλλάξει πλευρό.

Κου-κου … κου-κου …

Πετάχτηκε όρθια και  κατευθύνθηκε με άγριες διαθέσεις  προς το ρολόι, μα την σταμάτησε το τρίξιμο της κουνιστής καρέκλας.

-Πατέρα τι κάνεις εδώ; Γιατί δεν κοιμάσαι;

-Παρατηρώ τον κούκο παιδί μου. Κάτι δεν πάει καλά, δεν συγχρονίζεται.

-Αύριο θα το δούμε αυτό, έλα να σε  πάω τώρα να ξεκουραστείς και μη σκας για πράγματα που χαλούν.

Με τα τελευταία λόγια να την συντροφεύουν, γύρισε στο σαλόνι, αφού ταχτοποίησε πρώτα τον πατέρα και στάθηκε μπροστά στο ρολόι.

-Ήρθε τώρα η σειρά σου, θα βγάλεις το σκασμό μέχρι το πρωί, ψιθύρισε και πήγε στην κουζίνα, πήρε το μικρό μαγνήτη μέσα από το συρτάρι, γύρισε και τον ακούμπησε δίπλα στο μεγάλο δείκτη του ρολογιού. Ανακουφισμένη,  γύρισε και βυθίστηκε στο μαλακό στρώμα, έκλεισε τα μάτια και δεν έδωσε σημασία στα νυχτοπερπατήματα που άκουσε μέσα στο λήθαργό της .

Κου-κου…   κου-κου…

Σαν την τρελή πετάχτηκε από το κρεβάτι  και άρχισε να τρέχει προς το ρολόι. Ένας δυνατός πόνος σούβλισε την πατούσα της. Έσκυψε, πήρε το μαγνήτη κάτω από το πόδι της και κουτσαίνοντας πήγε και άναψε το φως. Στη συνέχεια χούφτωσε τους δείχτες και αφού τους έβαλε να απέχουν τέσσερα λεπτά, σφήνωσε ανάμεσά τους το μαγνήτη.

-Κουνηθείτε τώρα αν μπορείτε, τους ψιθύρισε και αφού τους γύρισε την πλάτη, πήγε και βυθίστηκε στο κρεβάτι,  με ένα χαμόγελο θριάμβου στα χείλη.

Κου-κου…   κου-κου………

Δεν ήξερε πόσες φορές το άκουσε μέσα στη νύχτα, πόσες φορές στριφογύρισε, πόσες φορές κουκουλώθηκε πάνω από το κεφάλι, πόσες φορές παρακάλεσε να σωπάσει… Όταν λύγισε και η τελευταία της αντοχή, πετάχτηκε έξω φρενών από το κρεβάτι.

-Kαταραμένο…  θα σε στείλω από κει που ‘ρθες… και ακόμη πιο πέρα …άρχισε να φωνάζει σαν τρελή και να τρέχει με μανία  προς το εφτάψυχο πουλί.  Σταμάτησε όμως φτάνοντας κοντά. Τρεις γενιές, στον ίδιο χρόνο, κάπου κοντά στο ξημέρωμα,  αντάμωσαν κάτω από το ρολόι. Κανείς τους δεν μιλούσε, παρά σκεφτόταν χωριστά, πώς έγινε και δεν πήρε ο ύπνος, ούτε μια φορά τον κούκο, αφού θυσίασαν το δικό τους ύπνο, για να αλλάζουν τους δείκτες του ρολογιού όλο το βράδυ.

Advertisements

Προσθήκη σχολιασμού

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s