Τέσσερα λεπτά

at-the-beach

Της  Λένας  Μαυρουδή Μούλιου

Η Ερατώ κάθισε στο ακροθαλάσσι σε μιαν άνετη πολυθρόνα που ούτε παραγγελία να την είχε κάνει. Στα μέτρα της και στα κιλά της.

Το ελαφρύ κυματάκι τερμάτιζε στα νωχελικά απλωμένα πόδια της που εισέπρατταν μια απίστευτη αλμυροδροσιά. Το κύμα τραγουδούσε και τα πόδια της Ερατώς συνόδευαν το τραγούδι του με ένα ξέγνοιαστα ρυθμικό πλατσούρισμα.

Ομπρελοσκιά, ζέστη υποφερτή, ενυδάτωση δια των ποδών, γαλάζια ραψωδία και απλωσιά, γλάροι σε κάθετες εφορμήσεις δίκην στούκας για ψαροτροφή, βαρκούλες, καλοκαιρινό απομεσήμερο… ευτυχία.

Γέμιζε τα μάτια της με ομορφιά κατά πώς την συμβούλευσε να κάνει μια μικρή της φίλη, να την εναποθέσει στο τεράστιο deposit του νου της και να την πάρει μαζί της στην άχαρη γειτονιά της μεγαλούπολης που ήταν το σπίτι της και όπου σαν σε view master το ένα της μάτι θα έβλεπε νοερά τον γαλάζιο παράδεισο, και το άλλο την κόλαση υπό μορφή… σώβρακων του κυρ Θωμά στην απλώστρα του μπαλκονιού απέναντι …

Έτσι αραχτή που ήταν, άρχισε να γλαρώνει πράγμα όχι απλά απαγορευτικό αν αφηνόταν, αλλά καθαρά εγκληματικό, αφού είχε στην επίβλεψή της τα μικρά της εγγόνια που πλατσούριζαν εκεί μπροστά της στα ρηχά.

Γέμιζε λοιπόν μπαταρίες ειδικά φτιαγμένες, κάτι σαν DVD σε διάρκεια, ή αν θέλετε, για να είμαστε και πιο κοντά στην ηλικία της, σε long playing disc.

Με στραμμένη την προσοχή της στα μικρά της εγγόνια ούτε την πορτοκαλάδα της την παγωμένη απολάμβανε με ξεγνοιασιά, αφού πότε φώναζε στον ένα πότε στον άλλο για να μην ξεχνιούνται τα διαβολάκια και να ξέρουν τι έπρεπε να αποφύγουν και τι όχι.

Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα 13.5, άργησε η κόρη της, έπρεπε να είχε έρθει ήδη  να αναλάβει βάρδια φύλαξης. Η γιαγιά είπε να βοηθήσει βρε παιδάκι μου αλλά να έπαιρνε και μια ανάσα χωρίς αυτήν την έγνοια των μικρών.

Κάνει να πάρει τηλέφωνο, μα το μετανιώνει .’’Άσε . Αν σε τέσσερα λεπτά δεν έχει κοπιάσει η μάνα τους τότε βλέπουμε τι κάνουμε ‘’μουρμούρισε. (σημ. Τώρα γιατί είπε ‘’τέσσερα’’ λεπτά και όχι τρία ή πέντε; Τι να σας πω; Κάποιον λόγο θα είχε η Χριστιανή).

Κάποια  στιγμή στρέφει το βλέμμα της στο μεγαλύτερο  εγγονό που είχε απομακρυνθεί λίγο και του φωνάζει να βγει.

Πόσο χρόνο εσείς νομίζετε πώς χρειάζεται κάποιος να πει:

’’Άλκη γρήγορα έξω;’’

Δύο δευτερόλεπτα; Τρία; Μάξιμουμ.

Και αμέσως μετά στρέφεται προς το μικρότερο, ηλικίας ενός έτους και το βλέπει να επιπλέει στο νερό μπρούμυτα και ακίνητο. Δεν  μασάει τα λόγια της η Ερατώ. Το μωρό ή πνιγόταν, ή είχε ήδη πνιγεί!

Αλλόφρων, πετάγεται και έτσι όπως ήταν με την κελεμπία της, πέφτει στο νερό και παίρνει το μωρό αγκαλιά με συναισθήματα που ο καθένας μπορεί να φανταστεί και δεν χρειάζεται να περιγραφούν νομίζω.

Το παιδί δεν είχε πιει γουλιά θαλασσόνερου και απορία που ποτέ δεν απαντήθηκε: Πώς έμεινε στο νερό χωρίς ν’ αναπνέει. έτσι μπρούμυτα και χωρίς να δυσφορεί, μένοντας ασάλευτο; Από πότε είχε μάθει να επιπλέει στο νερό;

Δεν χρειάστηκε να τηλεφωνήσει, γιατί η κόρη της σαν από διαίσθηση θες, ή γιατί αποφάσισε ότι ε, πια ήταν ώρα της να έρθει, κατέφτασε σεινάμενη λυγάμενη, ενώ η κυρία Ερατώ είχε πάρει μια γεύση του τι εστί εγκεφαλικό και πως δυνάμεθα να το αποφύγουμε με τη βοήθεια του Υψίστου.

«Τι είναι μάνα; Συνέβη κάτι ; Κάπως σε βλέπω».

«Όχι παιδάκι μου όλα καλά. Μα να, θα σού ήμουν βαθύτατα υποχρεωμένη αν είχες έρθει  τέσσερα λεπτά, μόνο τέσσερα λεπτά νωρίτερα. Θα είχα αποφύγει τον εφιάλτη μέρα μεσημέρι. Παραδίδω σκυτάλη και δώσε μου ένα τσιγάρο σε παρακαλώ. Μη μου πεις ‘’όχι’’ θα σού εξηγήσω  σε λίγο…»

Το shock που υπέστη η γηραιά, σήμερα πλέον, κυρία, δεν το ξεπέρασε ποτέ και οσάκις βρίσκεται κοντά στη θάλασσα που την λατρεύει, αυτό της το ταρακούνημα την εμποδίζει να απολαύσει την ομορφιά του παραδείσου, γιατί άθελά της νιώθει και την κόλαση να είναι πιο κοντά απ’ ότι θα περίμενε κανείς.

Η σκηνή που περιγράψαμε δεν έχει ίχνος μυθοπλασίας και τείνουμε να πιστέψουμε ότι τόσο το νήπιο όσο και η δόλια του γιαγιά έχουν καλές σχέσεις με τους προσωπικούς τους φύλακες αγγέλους που τους προστάτευσαν από έναν πέρα για πέρα άδικο χαμό.

Το ότι γράψαμε την ιστορία τούτη, είναι για να τονίσουμε το αυτονόητο. ΟΎΤΕ ΚΛΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟΥ ΤΑ ΜΩΡΑ ΜΟΝΑ ΤΟΥΣ. Οι φύλακες άγγελοι δεν είναι πάντα παρόντες, άγνωστο το γιατί. Και όμως θα έπρεπε, σε τέτοιες στιγμές τουλάχιστον.

Απ’ ό, τι δε μας είπε η Ερατώ, έκλεισε στο view master της όλη την ομορφιά που είχε αποθηκεύσει, το κλείδωσε και πέταξε το κλειδί. Άφησε ανοιχτό μόνο το μάτι που αντίκριζε τη θέα του μπαλκονιού απέναντι, τιμωρώντας έτσι τον εαυτό της για την απειροελάχιστη χρονικά απόσπαση της προσοχής της, πράγμα που δεν συνάδει σε άτομο υπεύθυνο και σοφό.

Το αυτομαστίγωμα όμως κατά την γνώμη μας τίποτα δεν προσφέρει. Απλά και μόνο δίνει τροφή στον εφιάλτη  της να διαιωνίζεται. Και είναι κρίμα, αφού, τέλος καλό, όλα καλά..

Advertisements

Προσθήκη σχολιασμού

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s